ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Η διδακτική προσέγγιση του Μουσείου Φυσικών Επιστημών
Ημερομηνία Thursday, January 26 @ 11:25:09 EET
Θέμα Βιολογία


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Η ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΦΥΣΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
Εκδόσεις Μεταίχμιο. Σειρά: Επιστήμες της Αγωγής / Διδακτική – Αναλυτικά προγράμματα – Αξιολόγηση

Η διδακτική προσέγγιση του Μουσείου Φυσικών Επιστημών. Του Δ. Κολιόπουλου


 

Παρουσίαση του βιβλίου από το συγγραφέα του

Όλο και περισσότερα εκπαιδευτικά συστήματα αναγνωρίζουν την ιδιαίτερη σημασία της πολιτισμικής διάστασης των φυσικών επιστημών και, συνεπώς, την ανάγκη ν’ αποτελέσουν αντικείμενο εκπαίδευσης για όλο και περισσότερους πολίτες από τις πιο μικρές ηλικίες. Οι βαθιές αλλαγές που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια στις αντιλήψεις για το περιεχόμενο και τις μεθόδους της εκπαίδευσης στις φυσικές επιστήμες έδωσαν χώρο να αναπτυχθούν κατάλληλα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα για την υλοποίηση αυτού του στόχου. Η συστηματική προσέγγιση, από τη σκοπιά της Διδακτικής των φυσικών επιστημών, ενός εκπαιδευτικού περιβάλλοντος όπου συναντώνται η σχολική εκδοχή της γνώσης των φυσικών επιστημών με την εκλαϊκευτική γνώση που προσφέρει το μουσείο φυσικών επιστημών αποτελεί το αντικείμενο αυτού του βιβλίου. Συζητούνται τόσο θεωρητικά ζητήματα όπως η φύση και το περιεχόμενο της έννοιας του μουσείου φυσικών επιστημών όσο και οι πρακτικές δυνατότητες προσέγγισής του από την πλευρά του ελληνικού τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος.
Η δομή του βιβλίου επιτρέπει τόσο τη γραμμική όσο και τη σπονδυλωτή ανάγνωσή του αφού αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια και έξη ένθετα κείμενα τα οποία έχουν γραφεί με τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζουν μια σχετική αυτονομία. Στο πρώτο κεφάλαιο («Από την επιστημονική γνώση στην επιστημονική καλλιέργεια») γίνεται προσπάθεια να προσεγγισθεί ο όρος «επιστημονική καλλιέργεια» ο οποίος παραπέμπει σε μια ουμανιστική προσέγγιση της εκπαίδευσης στις φυσικές επιστήμες που στοχεύει στο ν’ αποκτήσουν  τόσο οι μαθητές όσο και ευρύτερες κατηγορίες πληθυσμού όχι τόσο εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις αλλά μια αντίληψη που θεωρεί τη γνώση των φυσικών επιστημών ως συνιστώσα του πολιτισμού μας. Θεωρούμε ότι η οριοθέτηση και εξειδίκευση του όρου «επιστημονική καλλιέργεια» για την εκπαίδευση μαθητικών πληθυσμών είναι δυνατόν να αιτιολογήσει και να νοηματοδοτήσει, ως ένα βαθμό, την ανάγκη της προσέγγισης του μουσείου φυσικών επιστημών εκ μέρους της τυπικής εκπαίδευσης.
Στο δεύτερο κεφάλαιο («Μη τυπικές μορφές εκπαίδευσης στις φυσικές επιστήμες») υποστηρίζουμε ότι η διάδοση της επιστημονικής γνώσης η οποία μπορεί να οδηγήσει στη διαμόρφωση επιστημονικά καλλιεργημένων εκπαιδευτικών μπορεί να επιτευχθεί με δύο μηχανισμούς στους οποίους εντοπίζονται διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά: τον μηχανισμό της εκλαΐκευσης και το μηχανισμό του διδακτικού μετασχηματισμού. Ο κάθε ένας από αυτούς τους μηχανισμούς συνδέεται, όμως, με διαφορετικά εκπαιδευτικά περιβάλλοντα. ο πρώτος με τις λεγόμενες άτυπες ή μη τυπικές μορφές εκπαίδευσης και ο δεύτερος με τις λεγόμενες τυπικές μορφές εκπαίδευσης στις φυσικές επιστήμες. Η αποσαφήνιση τόσο των διαφορετικών χαρακτηριστικών των δύο μηχανισμών διάδοσης της επιστημονικής γνώσης όσο και της χρήσης τους στα πλαίσια των μη τυπικών μορφών εκπαίδευσης, θεωρούμε ότι μπορεί να αποτελέσει ένα πλαίσιο κατανόησης της διδακτικής διάστασης της προσέγγισης του μουσείου φυσικών επιστημών. Χωρίς το πλαίσιο αυτό η διδακτική διάσταση κινδυνεύει να ειδωθεί ως στείρος ακτιβισμός. Το ένθετο κείμενο 1 («Η «νοηματική αυτονομία» των θεωριών της φυσικής και το πρόβλημα της εκλαΐκευσης»), το οποίο αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μελέτη σχετική με το επιστημολογικό status της έννοιας της εκλαΐκευσης της επιστήμης της φυσικής, μπορεί να λειτουργήσει ως μελέτη περίπτωσης στα πλαίσια αυτού του κεφαλαίου. Στο ένθετο κείμενο 2 («Το «Πανηγύρι της Επιστήμης»: Μια μορφή μαθητικής έκθεσης φυσικών επιστημών») παρουσιάζεται ένα εξειδικευμένο παράδειγμα εφαρμογής μιας από τις μη τυπικές μορφές εκπαίδευσης στις φυσικές επιστήμες, της μαθητικής έκθεσης φυσικών επιστημών.  
Στο τρίτο κεφάλαιο («Το σύγχρονο μουσείο φυσικών επιστημών»), αναδεικνύονται μερικές βασικές ιδέες για τη φύση και τα χαρακτηριστικά του μουσείου φυσικών επιστημών οποίες θεωρούμε ότι θα φανούν εξαιρετικά χρήσιμες όταν προσπαθήσει κάποιος να κατανοήσει την πολυμορφία του εκπαιδευτικού ρόλου του μουσείου φυσικών επιστημών. Η πρώτη ιδέα αφορά στην κατανόηση της μετασχηματιστικής λειτουργίας του μουσείου φυσικών επιστημών, δηλαδή, της αντίληψης σύμφωνα με την οποία το μουσειολογικό αντικείμενο (π.χ., συλλογές αυθεντικών αντικειμένων, αλληλεπιδραστικά εκθέματα, εκθέσεις οι οποίες δίδουν έμφαση στις ιδέες και όχι στα αντικείμενα, χώροι τεχνολογικής κληρονομιάς κλπ) φέρει κατ’ ανάγκη τη σφραγίδα μιας επιστημολογικής άποψης για τα αντικείμενα, τους χώρους και τις ιδέες η οποία συνδέεται άμεσα με τη μορφή της εκλαΐκευσης που επιχειρείται κάθε φορά. Η απο-κρυπτογράφηση της άποψης αυτής μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό στοιχείο στην κατανόηση του περιεχομένου της διδακτικής προσέγγισης του μουσείου φυσικών επιστημών. Η δεύτερη ιδέα αναφέρεται στην ανάγκη να ορισθεί το μουσείο φυσικών επιστημών κατά τρόπο που να υπερβαίνει την παραδοσιακή έννοια του μουσείου ως ιδρύματος συλλογής, διατήρησης, έρευνας και έκθεσης αυθεντικών αντικειμένων με πολιτισμική αξία εξ αιτίας, κυρίως, των σημαντικών αλλαγών που συντελούνται στην κοινωνική λειτουργία του μουσείου και ιδιαίτερα στην αναβάθμιση του επικοινωνιακού και εκπαιδευτικού του ρόλου. Η προτεινόμενη ταξινόμηση σε κατηγορίες και τύπους μουσείου φυσικών επιστημών δεν βασίζεται τόσο σε θεωρητικά κριτήρια (που συνδέονται, π.χ., με τις έννοιες της νεωτερικότητας ή της ερμηνείας ή, ακόμη, με την εξέλιξη του μουσείου «των φυσικών επιστημών» σε μουσείο «για τις φυσικές επιστήμες») όσο στην ανάδειξη μιας πολυμορφίας η οποία να ανταποκρίνεται στις λειτουργικές ανάγκες του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος. Η τρίτη, τέλος, ιδέα σχετίζεται με την ανάδειξη του «τοπικού μουσείου» και άλλων εναλλακτικών μορφών μουσείου φυσικών επιστημών ως σημαντικών εκπροσώπων του μουσείου φυσικών επιστημών στον ελληνικό χώρο, σε αντίθεση με την παραδοσιακή μορφή του μουσείου-ιδρύματος (που αποκαλείται και κέντρο φυσικών επιστημών) η οποία κυριαρχεί διεθνώς.   
Αν το τρίτο κεφάλαιο συμβάλλει στην κατανόηση του περιεχομένου της διδακτικής προσέγγισης του μουσείου φυσικών επιστημών, το τέταρτο κεφάλαιο («Η προσέγγιση του μουσείου φυσικών επιστημών από την τυπική εκπαίδευση») είναι αφιερωμένο στη μορφή αυτής της προσέγγισης. Κατ’ αρχήν, γίνεται προσπάθεια να αποσαφηνισθεί ο εκπαιδευτικός ρόλος του μουσείου φυσικών επιστημών, εγχείρημα σχεδόν αδύνατο αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του την πολυμορφία του καθώς και το ότι το σύγχρονο μουσείο φυσικών επιστημών βρίσκεται σε πορεία δραματικών αλλαγών που αφορούν στη σχέση του με την κοινωνία και το κοινό του, την γνώση γενικότερα και την επιστημονική γνώση ειδικότερα, καθώς και με τις νέες επικοινωνιακές τεχνικές. Συγχρόνως, προτείνεται μια ταξινόμηση μορφών προσέγγισης του μουσείου φυ-σικών επιστημών εκ μέρους του σχολείου όπου η έμφαση δίδεται στις δυνατότητες που έχει το σχολείο και ο εκπαιδευτικός να χειριστεί την πολυμορφία της διδακτικής προσέγγισης του μουσείου φυσικών επιστημών. Η πολυμορφία αυτή δεν οφείλεται, πλέον, μόνο στην πολυμορφία του εκπαιδευτικού ρόλου του μουσείου φυσικών επιστημών αλλά και στην ποικιλία διδακτικών στόχων που προκύπτουν από τη σύνδεση του εκπαιδευτικού ρόλου του μουσείου με αυτήν του σχολείου και, ιδιαίτερα, με την φύση και τα χαρακτηριστικά του αναλυτικού προγράμματος φυσικών επιστημών. Έτσι, γίνεται προσπάθεια να διαφοροποιηθεί το νόημα που λαμβάνει ο όρος «εκπαιδευτικό πρόγραμμα» όταν αυτός χρησιμοποιείται από τη σκοπιά του μουσείου ή από τη σκοπιά του σχολείου (ακόμη και στο επίπεδο του σημαίνοντος). Ο καθόλου φιλόδοξος στόχος αυτού του κεφαλαίου «να μπουν τα πράγματα σε τάξη» συμπληρώνεται με τη διατύπωση μιας πρότασης – πλαισίου για το σχεδιασμό και την αξιολόγηση της προσέγγισης του μουσείου φυσικών επιστημών η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για εκπαιδευτικούς, επιμορφωτικούς και ερευνητικούς σκοπούς. Τα συνδεδεμένα με αυτό το κεφάλαιο ένθετα κείμενα αποτελούν εξειδικευμένα παραδείγματα σχεδιασμού και εφαρμογής εκπαιδευτικών προγραμμάτων για μαθητές των διαφόρων βαθμίδων της εκπαίδευσης, τα οποία είτε έχουν εκπονηθεί στα πλαίσια της εκπαιδευτικής πολιτικής που ασκεί ένα μουσείο φυσικών επιστημών (Ένθετο κείμενο 3 «Κυριακές με χρώματα κι αρώματα από τον κύκλο του χρόνου») είτε έχουν προκύψει στα πλαίσια της τυπικής εκπαίδευσης ως προϊόν συνεργασίας εκπαιδευτικών και ερευνητών της Διδακτικής των φυσικών επιστημών (Ένθετο κείμενο 5 με τίτλο «Από το σταφύλι στο κρασί: Ένα μουσειολογικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα φυσικών επιστημών για την προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση» και  Ένθετο κείμενο 6 «Ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα στην πόλη των Επιστημών και της Βιομηχανίας»).
Το βιβλίο απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς της προσχολικής, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σε προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές των παιδαγωγικών τμημάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε μουσειοπαιδαγωγούς και σε ερευνητές της Διδακτικής των φυσικών επιστημών. Οι διαφορετικές κατηγορίες αναγνωστών μπορεί να αναζητήσουν διαφορετικής φύσης πληροφορίες ανάλογα με τα ενδιαφέροντά τους. Ο ερευνητής της Διδακτικής των φυσικών επιστημών μπορεί να αναζητήσει στοιχεία, κυρίως, για το επιστημολογικό υπόβαθρο της διδακτικής προσέγγισης του μουσείου φυσικών επιστημών ή για τα ερευνητικά εργαλεία μελέτης αυτής της προσέγγισης, ο μουσειοπαιδαγωγός να αναζητήσει στοιχεία για μια συστηματική εκπαιδευτική προσέγγιση του σχολικού πληθυσμού ο οποίος επισκέπτεται το μουσείο, ο φοιτητής ενός παιδαγωγικού τμήματος να εστιάσει στην εργαλειακή διάσταση της προσέγγισης που θα του επιτρέψει να σχεδιάσει αποτελεσματικά την εργασία του στο αντίστοιχο μάθημα, ενώ ο εν ενεργεία εκπαιδευτικός θα προτιμήσει, ενδεχομένως, να μελετήσει τις πρακτικές συνέπειες αυτής της προσέγγισης.


Δ. Κολιόπουλος
Επίκουρος καθηγητής
Διδακτικής και Μουσειολογίας των Φυσικών Επιστημών
ΤΕΕΑΠΗ Πανεπιστήμιο Πατρών







Το άρθρο αυτό προέρχεται από www.epyna.eu
http://www.epyna.eu

Το URL της ιστορίας αυτής είναι ο εξής
http://www.epyna.eu/modules.php?name=News&file=article&sid=1352