Δημήτρη Αλιμήση, Ο Υπολογισμός ως Εργαλείο Παραγωγικότητας, Πληροφόρησης και Επικοινωνίας στην Εκπαίδευση. Εργαστηριακός Οδηγός για την Eκπαίδευση Eκπαιδευτικών στις Tεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας, εκδόσεις ΙΩΝ, Αθήνα 2003.
Ο υπολογισμός ως εργαλείο παραγωγικότητας, Πληροφόρησης και Επικοινωνίας στην εκπ/ση. Δ. Αλιμήση
Ο Καθηγητής Φιλοσοφικής Παιδαγωγικής της Ανώτατης Σχολής Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Παράρτημα Πατρών) Θεοδωρόπουλος Ιωάννης παρουσιάζει το βιβλίο:
Το ανωτέρω πόνημα του Δ. Αλιμήση, καθηγητή στην Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΑΣΠΑΙΤΕ, Πάτρα), αποτελείται από πέντε κεφάλαια και μια εκτενή εισαγωγή στην υπόψη προβληματική. Στην εισαγωγή ο συγγραφέας αντιδιαστέλλει “σκληρές” και “ήπιες” μορφές τεχνολογίας (σελ.13-14), προβαίνει σε μια σύντομη ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη του Η.Υ, αναφέρεται στις εκπαιδευτικές λειτουργίες του και επισημαίνει ιδιαιτέρως το καίριο “πρόβλημα” της Εκπαίδευσης των Εκπαιδευτικών στις Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας. Μάλιστα δίνει έμφαση στις γενικές στάσεις και αντιδράσεις των εκπαιδευτικών απέναντι στις νέες τεχνολογίες, μια στάση άλλοτε “άκριτης αποδοχής” και άλλοτε “αντίστασης και απόρριψης”. Ο ίδιος υιοθετεί την “τρίτη” στάση “, εκείνη δηλαδή που αποδέχεται την εισαγωγή των Τ.Π.Ε. στην εκπαίδευση, αλλά με έμφαση στο ρόλο του δασκάλου” (σελ.26), στον οποίο επανέρχεται (σελ.28) και εισηγείται την εστίαση της εκπαιδευτικής κοινότητας στους δασκάλους, παρά στα υλικά. Η εισαγωγή κλείνει, όπως εξάλλου και κάθε κεφάλαιο του βιβλίου με σχετική βιβλιογραφία.
Το πρώτο κεφάλαιο συνιστά “γνωριμία” με τον Η.Υ. Διαλαμβάνει θέματα πρακτικά, όπως αποθήκευση πληροφοριών, περιγραφή του Η.Υ., το “ποντίκι”, το πληκτρολόγιο, καθώς επίσης πίνακα (σελ.42-43).με βασικές λειτουργίες του πληκτρολογίου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά στο φαινόμενο QWERTY, καθώς και η συσχέτισή του με την καθυστέρηση, που σημειώνεται την εκπαιδευτική μας διαδικασία (σελ.44).
Στο δεύτερο κεφάλαιο αναπτύσσεται το λειτουργικό σύστημα του Η.Υ., όπου ύστερα από μια σύντομη εισαγωγή στα Windows και την εξερεύνηση των φακέλων και αρχείων του υπολογιστή, παρατίθενται δύο εργαστηριακές ασκήσεις (σελ.59-63).Η πρώτη αφορά την οργάνωση και διαχείριση αρχείων με τα Windows και η δεύτερη το “παιχνίδι” με τα παράθυρα των Windows.
Στο τρίτο κεφάλαιο υπάρχει η ηλεκτρονική επεξεργασία κειμένου ως εκπαιδευτικού εργαλείου και ως δυναμικού μαθησιακού εργαλείου, σύντομη βιβλιογραφία, ειδική ενότητα για την επεξεργασία κειμένου με το Microsoft Word (69-88), εργαστηριακές ασκήσεις και θέματα για συζήτηση (σελ.102).
Το τέταρτο κεφάλαιο διαπραγματεύεται τη δημιουργία ηλεκτρονικής παρουσίασης, που μπορεί να κάνει ο εκπαιδευτικός στη σχολική τάξη. Συνιστά μάλιστα ο συγγραφέας να μην ενδίδει ο εκπαιδευτικός σε εύκολους εντυπωσιασμούς των μαθητών (σελ.103), αλλά να επιδιώκει, με αποσαφηνισμένη σκοποθεσία, την ουσιαστική προβολή. Στη συνέχεια παραθέτει εργαστηριακές ασκήσεις. Ο μεγάλος αριθμός τους (σελ.125-144), σε σχέση με εκείνες προηγούμενων κεφαλαίων, παραπέμπει προφανώς στη σημασία που δίνει ο συγγραφέας στην εφαρμογή της παρουσίασης, την οποία εισηγείται.
Το πέμπτο κεφάλαιο αναφέρεται στην αξιοποίηση του Internet στην εκπαίδευση, παρουσιάζει τις υπηρεσίες που αυτό παρέχει, τις εκπαιδευτικές εφαρμογές του, εκπαιδευτικές δραστηριότητες στο Internet, το ευρωπαϊκό σχολικό δίκτυο, τον εκπαιδευτικό του Internet, αλλά και τα όποια προβλήματα (κυρίως το σύνδρομο “surfing”), το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail ) και, όπως πάντα, εργαστηριακές ασκήσεις. Ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά στον “θερμοδυναμικό” νόμο (σελ.202-204) για την αναζήτηση της πληροφορίας. Σύμφωνα λοιπόν με αυτόν, μια ιδανική μηχανή αναζήτησης θα πρέπει να μας δίνει όλα τα σχετικά ντοκουμέντα και μόνον αυτά, αλλά μια ιδανική μηχανή αναζήτησης δεν είναι δυνατή, ή η ιδανική μηχανή αναζήτησης δεν υπάρχει σήμερα (σελ.203).
Η υποφώσκουσα αντιφατικότητα σε αυτή την καταληκτική θέση του συγγραφέα παραπέμπει σε μια επιστημονική αξιοσύνη σύνθεσης, η οποία είναι οφθαλμοφανής σε όλο το βιβλίο, παρά το γεγονός ότι ο ανυποψίαστος αναγνώστης ίσως εγκλωβισθεί με την πρώτη ματιά στην, ούτως ή άλλως, λίαν επωφελή πρακτική και χρηστική αξία του όλου έργου. Το βιβλίο είναι γραμμένο με συνεπή επιστημονική δομή, πειστικό λόγο και μάλιστα ευκρινή, σε βαθμό που και οι μη μυημένοι στο βιβλιογραφικό χώρο, στον οποίο συγκαταλέγεται, να μπορούν να οπλιστούν με την θεωρητική και την πρακτική διάσταση, όσον αφορά τον υπολογιστή.
Ωστόσο, ίσως ανεπαισθήτως και για τον ίδιο το συγγραφέα, επισυμβαίνει μετά τη μεθοδική “ανάγνωση” του βιβλίου μια έκπληξη. Η πρώτη ερμηνευτική αρχή “πώς μπορούμε να κατανοήσουμε ένα συγγραφέα καλύτερα από ό,τι ο ίδιος κατανοεί τον εαυτό του” σε συνδυασμό με τη δεύτερη αρχή “πώς μπορεί να κατανοήσει ένας συγγραφέας τον εαυτό του καλύτερα από ό,τι αρχικώς τον είχε κατανοήσει”, μας διευκολύνει εν προκειμένω για μια γενική αποτίμηση του βιβλίου: Δεν είναι λοιπόν μόνον σημαντικό το γεγονός ότι η βιβλιογραφία εμπλουτίζεται με ό,τι είχε ανάγκη ο μαθητής, ο σπουδαστής, ο εκπαιδευτικός, ο ανειδίκευτος αναγνώστης, καθένας από όλους εμάς που ζούμε καθημερινά με τον Η.Υ., όσο ότι με το “πρακτικό” αυτό βιβλίο αναδεικνύονται, ανεπιτήδευτα και γι’ αυτό πρόσφορα, προβληματισμοί για τον πολιτισμό των Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνίας. Όσο μπορώ να συμπιέσω το λόγο μου θα επιχειρήσω να τα αποσαφηνίσω.
α. Το βιβλίο συνάπτει τις εφαρμογές των νέων τεχνολογιών με τη Διδακτική στο σύνολό της. Σύμφωνα με την «αρχή –όργανο» του H.Plessner ,όπως μάλιστα την αποσαφήνισε ο O.F.Bollnow, αξιοποίησε με μια, δυστυχώς μη επαρκώς χρησιμοποιημένη, αλλά σημαντική για τη Διδακτική, πρώιμη εργασία του ο F.Loser,κάθε νέο “φαινόμενο” της εκπαιδευτικής διαδικασίας (εν προκειμένω ο Η.Υ) φωτίζει το όλο της εκπαίδευσης μέσα από μια νέα προοπτική, ήτοι μας το προβάλλει με “άλλα μάτια”. Νομίζω ότι αυτό ακριβώς πετυχαίνει το βιβλίο του Δ. Αλιμήση. Θα αναδιατύπωνα το ερώτημα: πώς μπορεί η Διδακτική να αναστοχαστεί για το όλο έργο της μετά την ανάλυση του ρόλου του υπολογιστή στην εκπαίδευση και στη Διδακτική; Το ερώτημα αυτό δεν το θέτει η “κλασική” Διδακτική και αρχίζει πάντα τη θεματική της με αφετηρία την αυθεντία της, στερούμενη έτσι την ανατροφοδότηση που της προσφέρει η διαλεκτική ερμηνευτική. Δεν προέχει όμως τόσο να υποδεικνύει η “αυθεντία” της Διδακτικής τρόπους προσφοράς των εκάστοτε νέων γνωστικών αντικειμένων, αλλά κάθε ένα από αυτά τα αντικείμενα πρέπει να συνιστά μοναδικό όργανο αναστόχασης εκ νέου της ίδιας της Διδακτικής, πρέπει κάθε ξεχωριστό φαινόμενο να την προβάλλει μέσα από μια αποκλειστική προοπτική. Ο υπολογιστής ως εργαλείο παραγωγικότητας και επικοινωνίας στην εκπαίδευση δεν είναι ένα ακόμα προς διδασκαλία αντικείμενο, όσο μια ευκαιρία επαναπροσδιορισμού με “άλλα μάτια” του παιδαγωγικού και διδακτικού προβληματισμού στο σύνολό του.
β. Το βιβλίο συνάπτει την τεχνολογία με την αξιογονία.. Όσοι παρακολουθούμε τη βιβλιογραφική πλημμυρίδα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν διπολισμό: ο υπολογιστής συνήθως ή απορρίπτεται ή μυθοποιείται. Το βιβλίο του Δ. Αλιμήση μας διευκολύνει να διαστοχαστούμε, πέραν του “καλού και του κακού” του υπολογιστή, ο οποίος όχι μόνον δεν εκτοπίζει το δάσκαλο, αλλά αντίθετα τον αναδεικνύει περισσότερο, φέροντάς τον αντιμέτωπο με μια νέα υπευθυνότητα.. Ο ειδικός της τεχνολογίας της πληροφορίας και της επικοινωνίας, χωρίς πάντα να είναι ο ίδιος υπεύθυνος, προκαλεί με την «ξύλινη» γλώσσα-ορολογία που χρησιμοποιεί και πολύ περισσότερο υποθάλπει υποψίες εξαιτίας της υπερβολής, με την οποία λανσάρει την πραμάτεια του.
Το παρόν βιβλίο αποκαθιστά τα πράγματα, γιατί φιλιώνει την τεχνολογία με την ανθρώπινη κουλτούρα. Από το απόσπασμα του V.Weisskopf (σελ.31), μέχρι τους κανόνες δεοντολογίας («κακοφωνία»,σελ.161) αποπνέει μια βαθύτατη παιδαγωγική-ανθρωπολογική ευθύνη: το ποιοτικό και ποσοτικό μέγεθος κάθε τεχνολογίας δεν αίρει επουδενί το ρόλο του δασκάλου και κάθε άλλου φορέα εκπαίδευσης. Η φιλίωση με αυτή την αλήθεια δεν καθιστά μόνο ευκολότερη τη συνεργασία όλων, όσοι από διαφορετική σκοπιά διακονούμε τον πολιτισμό, αλλά μπορεί να αφαιρέσει σταδιακά κάθε καχυποψία απέναντι στην τεχνολογία της πληροφορίας, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που να ακυρωθούν εντέλει πολιτιστικές φοβίες. Χωρίς να αναλωθούμε στην πλατωνική διάκριση Επιμηθέα και Προμηθέα και χωρίς να διολισθήσουμε στο πυρίκαυστο υπέδαφος της αξιογονίας, θα λέγαμε ότι το βιβλίο μας βοηθάει να αποτολμήσουμε μια, ασφαλώς συζητητέα, γενίκευση: όσο οι ειδικοί, όπως ο Δ. Αλιμήσης, έχουν τη επιστημονική δεινότητα και το επιστημονικό θάρρος να μη συγχέουν ανθρωπολογικά όρια εκπαίδευσης και τεχνολογίας, τίποτα δεν μας εμποδίζει να φιλιωνόμαστε διηνεκώς με την τεχνολογία ερμηνεύοντάς την όχι μόνον ως όργανο, αλλά και ως ανθρώπινη αξία. Για τον απλούστατο λόγο: δεν είναι απλώς “ποίημα” χειρών του ανθρώπου, αλλά εκπορεύεται από τον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης και των αναγκών της και αυτόν σηματοδοτεί, αναβαθμίζοντας συνάμα τη ζωή και τη γνώση του ανθρώπου.
Συνιστώ ανεπιφύλακτα το βιβλίο σε κάθε άνθρωπο που ενδιαφέρεται να γευθεί αυτή την μετάβαση από τη χρηστικότητα του εργαλείου στο ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, κατά πως θα έλεγε ο Nietzsche, της αξίας.