Ο συγγραφέας του βιβλίου Τάσος Μικρόπουλος, Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, παρουσιάζει το βιβλίο του "Εκπαιδευτικό Λογισμικό. Θέματα σχεδίασης και αξιολόγησης λογισμικού υπερμέσων", εκδ. Κλειδάριθμος.
Εκπαιδευτικό Λογισμικό. Θέματα σχεδίασης και αξιολόγησης λογισμικού υπερμέσων. Του Τ. Μικρόπουλου

Εκπαιδευτικό λογισμικό με την αυστηρή έννοια του όρου θεωρείται το λογισμικό που εμπεριέχει διδακτικούς στόχους, ολοκληρωμένα σενάρια, αλληγορίες με παιδαγωγική σημασία, και αναμένεται να επιφέρει συγκεκριμένα θετικά μαθησιακά αποτελέσματα.
Από αυτήν τη θεώρηση, προκύπτει η ανάγκη δημιουργίας μιας διεπιστημονικής ομάδας ανθρώπων για τη σχεδίαση και ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου πληροφορικού μαθησιακού περιβάλλοντος, καθώς και διαφορετικών ομάδων αξιολόγησης ενός τέτοιου είδους εργαλείου. Αυτή η προσέγγιση σκιαγραφεί τα αίτια της έλλειψης στους τομείς της σχεδίασης, ανάπτυξης και αξιολόγησης εκπαιδευτικού λογισμικού και γενικότερα της μεταφοράς της διδακτικής θεωρίας σε πράξη με την υποστήριξη των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και των Επικοινωνιών (ΤΠΕ).
Το βιβλίο ‘Εκπαιδευτικό Λογισμικό’ φιλοδοξεί να καλύψει μέρος του κενού που υπάρχει στη βιβλιογραφία στο χώρο του εκπαιδευτικού λογισμικού, ιδιαίτερα σε θέματα σχεδίασης και αξιολόγησης. Κάνει μια σύγχρονη αναφορά στα παραπάνω θέματα, καθώς και μια απόπειρα σύνδεσης και επαφής όσων ασχολούνται με τη σχεδίαση και αξιολόγηση εκπαιδευτικού λογισμικού, τόσο από την πλευρά των επιστημών της αγωγής, όσο και από την πλευρά της πληροφορικής επιστήμης και της τεχνολογίας.
Τα ζητήματα που απασχολούν το συγγραφέα άπτονται του εκπαιδευτικού λογισμικού γενικά. Δίνεται όμως έμφαση στην τεχνολογία των υπερμέσων, που θεωρείται πλέον ώριμη ώστε να αποτελέσει ένα ισχυρό εργαλείο για την υποστήριξη της διδακτικής πράξης και της μαθησιακής διαδικασίας. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι η θεματολογία αποκλείει και άλλους τύπους εκπαιδευτικού λογισμικού.
Η εισαγωγή και το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου αναφέρονται σε θέματα εκπαιδευτικής τεχνολογίας, δίνοντας έμφαση στις ΤΠΕ και καταλήγει σε μια πρόταση επιλογής μέσου διδασκαλίας με βάση την τεχνολογία του.
Το δεύτερο κεφάλαιο ασχολείται με τα εκπαιδευτικά συστήματα που βασίζονται στην τεχνολογία, μέσα από μια σύντομη ιστορική αναδρομή στις προσεγγίσεις παιδαγωγικών και ψυχολογικών μοντέλων.
Το τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζει είδη εκπαιδευτικού λογισμικού και ουσιαστικά αποτελεί την εισαγωγή στο τέταρτο κεφάλαιο, που αναφέρεται στο εκπαιδευτικό λογισμικό υπερμέσων, με το οποίο ασχολείται ο κύριος όγκος του βιβλίου. Σ' αυτό το κεφάλαιο γίνεται μια σύντομη αναφορά στους ορισμούς που δίνονται για τα υπερκείμενα, πολυμέσα και υπερμέσα τόσο από τεχνολογικής, όσο και από εννοιολογικής πλευράς. Παρουσιάζονται επίσης τα βασικά συστατικά στοιχεία των υπερμεσικών συστημάτων, δίνοντας έμφαση στον εκπαιδευτικό προσανατολισμό τους.
Το πέμπτο κεφάλαιο αφορά στην επικοινωνία και την αλληλεπίδραση ανθρώπου - μηχανής. Δίνει έμφαση στην αλληλεπίδραση του χρήστη με το εκπαιδευτικό λογισμικό, το οποίο πρέπει να είναι κατάλληλα σχεδιασμένο, ώστε να υποστηρίζει τις δράσεις του μαθητή. Παρουσιάζεται ο κύκλος σχεδίασης του τρόπου επικοινωνίας (διεπιφάνεια, διεπαφή, interface) με ένα λογισμικό, οι παράγοντες από πλευράς διαλογικότητας που επηρεάζουν την ευχρηστία του, καθώς και οι αλληγορίες και οι συμβολισμοί που χρησιμοποιούνται στα διαλογικά συστήματα υπερμέσων.
Τα εκπαιδευτικά χαρακτηριστικά των υπερμέσων είναι αυτά που έχουν τον πρωτεύοντα ρόλο στις εκπαιδευτικές εφαρμογές που οφείλουν να αντανακλούν τις σύγχρονες τάσεις παιδαγωγικών και ψυχολογικών μοντέλων. Αυτά αναφέρονται στο έκτο κεφάλαιο, το οποίο καταλήγει προτείνοντας ένα γενικό πλαίσιο λειτουργίας των εκπαιδευτικών εφαρμογών.
Το έβδομο κεφάλαιο αναφέρεται στη μάθηση σε σύνδεση με τα υπερμέσα. Μετά από μια συνοπτική αναφορά στις θεωρητικές προσεγγίσεις της εκπαιδευτικής τεχνολογίας, το ενδιαφέρον εστιάζεται στην παραλληλία της γνωστικής ταξινομίας του Bloom με τη σχεδίαση εκπαιδευτικών υπερμεσικών συστημάτων. Το κεφάλαιο δεν εξετάζει την ισχύ της ταξινομίας από παιδαγωγικής πλευράς, αλλά την αξιοποίησή της σε περιβάλλοντα υπερμέσων. Σ' αυτό οδηγούν τα χαρακτηριστικά αυτής της τεχνολογίας, που παρέχουν τη δυνατότητα για την υλοποίηση ενός θεωρητικού μοντέλου σε τεχνολογικά εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, μεταφέροντας τη διδακτική θεωρία σε πράξη.
Το όγδοο κεφάλαιο ασχολείται με θέματα σχεδίασης εκπαιδευτικού λογισμικού υπερμέσων, ένας τομέας για τον οποίο δεν υπάρχουν αυστηρές προδιαγραφές, παρά μόνο γενικές κατευθύνσεις. Οι κατευθύνσεις προέρχονται συνήθως από δύο ανεξάρτητους χώρους. Αυτές της πληροφορικής και των επιστημών της αγωγής, με αποτέλεσμα να δίνεται έμφαση στη μια ή στην άλλη μόνο πλευρά του θέματος. Το κεφάλαιο προτείνει κατευθυντήριες γραμμές για τη σχεδίαση εκπαιδευτικού λογισμικού υπερμέσων, προσπαθώντας να συνδυάσει τις προτάσεις που προέρχονται από όλους τους τομείς που εμπλέκονται στον τομέα του εκπαιδευτικού λογισμικού. Οι προτάσεις φιλοδοξούν να οδηγήσουν στη σχεδίαση λογισμικού με τα καλύτερα δυνατά διδακτικά και μαθησιακά αποτελέσματα. Αφορούν σε θέματα διδακτικής σχεδίασης, σχεδίασης οθονών, αλληλεπίδρασης και ανάδρασης, πλοήγησης, δομής εφαρμογής και ελέγχου από το χρήστη, περιεχομένου, και τεχνικών θεμάτων.
Τα θέματα σχεδίασης ακολουθεί η αξιολόγηση εκπαιδευτικών εφαρμογών υπερμέσων, που αποτελεί αντικείμενο του ένατου κεφαλαίου. Αφού περιγραφεί ένα πλαίσιο αξιολόγησης της εκπαιδευτικής τεχνολογίας ως προς τα μαθησιακά αποτελέσματα που επιφέρει, παρουσιάζονται οι παράγοντες αξιολόγησης και προτείνονται κατευθυντήριες γραμμές για την επιλογή και την αξιολόγηση εκπαιδευτικού λογισμικού. Και σ' αυτό το κεφάλαιο όπως και στο προηγούμενο, έχει γίνει προσπάθεια σύγκλισης θεμάτων που άπτονται όλων των ειδικοτήτων που εμπλέκονται. Οι κατευθύνσεις για την αξιολόγηση αφορούν στους τομείς διδακτικής σχεδίασης, περιεχομένου, υποστήριξης του εκπαιδευτικού, τεχνικής αρτιότητας και παραγωγικότητας. Στο τέλος του κεφαλαίου προτείνεται μια τράπεζα ερωτημάτων για την αξιολόγηση εκπαιδευτικού λογισμικού.
Το δέκατο κεφάλαιο αποτελεί μια μελέτη περίπτωσης, που αφορά στην αξιολόγηση δεκατριών πακέτων λογισμικού για χρήση στην τάξη, από 220 εν ενεργεία εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η αξιολόγηση είχε τρεις κυρίως στόχους. Τη μελέτη αξιοποίησης διαφόρων τύπων λογισμικού για χρήση στη διδακτική πράξη, με βάση την εκμετάλλευση συγκεκριμένων θεωρητικών μοντέλων κατά τη σχεδίασή τους. Τη διερεύνηση του ρόλου του εκπαιδευτικού που κάνει χρήση της πληροφορικής τεχνολογίας στην τάξη. Τη διερεύνηση ισχύος ερωτηματολογίων που προέκυψαν από την τράπεζα ερωτημάτων. Τα ερωτηματολόγια θεωρήθηκαν ικανοποιητικά από την ομάδα των εκπαιδευτικών, οι οποίοι επεσήμαναν τη χρησιμότητα των χαρακτηριστικών των υπερμεσικών περιβαλλόντων, και θεώρησαν ουσιαστικό το ρόλο του εκπαιδευτικού κατά τη διδασκαλία με την υποστήριξη της πληροφορικής.
Τέλος, το ενδέκατο κεφάλαιο του βιβλίου αποτελεί μια κριτική θεώρηση του εκπαιδευτικού λογισμικού υπερμέσων, βασισμένη σε πρόσφατα βιβλιογραφικά δεδομένα. Το κεφάλαιο κλείνει με προτάσεις για την ανάπτυξη εκπαιδευτικού λογισμικού, που οδηγούν στη δημιουργία εκπαιδευτικού λογισμικού που δε βασίζεται αποκλειστικά στα υπερμέσα, αλλά υποστηρίζεται από υπερμεσικά χαρακτηριστικά και πολυμεσικά στοιχεία, και ολοκληρώνεται από διεπιστημονική ομάδα ειδικών.
Το βιβλίο απευθύνεται σε όσους εμπλέκονται με τη σχεδίαση, ανάπτυξη και αξιολόγηση εκπαιδευτικού λογισμικού με έμφαση στα υπερμέσα. Προϋποθέτει ένα ικανοποιητικό επίπεδο γνώσεων των επιστημών της αγωγής και των ΤΠΕ. Φιλοδοξία του είναι να αποτελέσει το έναυσμα για τη συνεργασία επιστημόνων διαφορετικών ειδικοτήτων, φέροντας σε επαφή ανθρώπους που ασχολούνται με το πεδίο από διαφορετικές πλευρές.
Το βιβλίο χρησιμοποιείται ως διδακτικό εγχειρίδιο από αρκετά Πανεπιστημιακά Τμήματα της Ελλάδας.